Μετάφραση του "forfeit" σε Ελληνικά

Οι πρόστιμο, στερούμαι, χάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forfeit" σε Ελληνικά.

forfeit adjective verb noun γραμματική

a penalty for or consequence of a misdemeanor [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόστιμο

    noun neuter

    penalty

    Retaliation for the trading rights we made them forfeit.

    Αντίποινα για το πρόστιμο που επιβάλλαμε στις συναλλαγές τους.

  • στερούμαι

    verb

    to suffer the loss

  • χάνω

    verb

    to give up in defeat

    Because of this, you forfeit and your planet is now ours.

    Εξαιτίας αυτού, έχετε χάσει, και ο πλανήτης είναι τώρα δικός μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τίμημα
    • ενέχυρο
    • κατάσχω
    • απεμπολώ
    • εκπίπτω
    • εκπίπτω (+Γεν.), εκπίπτω από (+Aιτ.)
    • παραιτούμαι από
    • χάνω δικαίωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forfeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forfeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη