Μετάφραση του "garnet" σε Ελληνικά
Οι γκρενά, λυχνίτης, Γρανάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "garnet" σε Ελληνικά.
garnet
noun
adjective
γραμματική
(mineralogy) Hard transparent minerals that are often used as gemstones and abrasives. [..]
-
γκρενά
noun neutercolour
In July 1997, he sold two garnets to Ms Maria Haverkamp, who runs a jewellery business.
Τον Ιούλιο 1997, πώλησε δύο ροιόχρους (γκρενά) λίθους στην Haverkamp, η οποία εκμεταλλεύεται ένα κοσμηματοπωλείο.
-
λυχνίτης
masculinemineral
-
Γρανάτης
mineral, semi-precious stone
It's inlaid with mother of pearl and the stones are garnets.
Είναι διακοσμημένο με φίλντισι και τα πετράδια είναι γρανάτης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γρανάτης
- γρανάτες
- Καστανέρυθρο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " garnet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "garnet"
Φράσεις παρόμοιες με "garnet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ύττριο-σιδήρου-γρανάτης
-
Λέιζερ υττρίου-γρανάτης
-
Ύττριο-αλουμινίου-γρανάτης
-
Λέιζερ υττρίου-γρανάτης
-
Ύττριο-αλουμινίου-γρανάτης
-
Ύττριο-σιδήρου-γρανάτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη