Μετάφραση του "garnish" σε Ελληνικά

Οι στολίζω, γαρνιτούρα, διακοσμώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "garnish" σε Ελληνικά.

garnish verb noun γραμματική

To decorate with ornamental appendages; to set off; to adorn; to embellish; as, all within with flowers was garnished. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στολίζω

    verb

    He has said, “Let virtue garnish thy thoughts unceasingly” (D&C 121:45).

    Έχει πει: «Η αρετή να στολίζει τις σκέψεις σου ακατάπαυστα» (Δ&Δ 121:45).

  • γαρνιτούρα

    noun

    item or substance used as a decoration or embellishment accompanying a prepared food dish or drink

    There's nothing to it, even with a maraschino garnish.

    Δεν υπάρχει τίποτε σε αυτό, ακόμη και με γαρνιτούρα από μαρασκίνο.

  • διακοσμώ

    verb
  • αξεσουάρ

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " garnish " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "garnish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "garnish" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη