Μετάφραση του "garnishment" σε Ελληνικά

Το διακόσμηση είναι η μετάφραση του "garnishment" σε Ελληνικά.

garnishment noun γραμματική

(law) A judgment that a third party should pay money owing to a defendant directly to a plaintiff. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόσμηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " garnishment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "garnishment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αξεσουάρ · γαρνιτούρα · διακοσμώ · στολίζω
  • αξεσουάρ · γαρνιτούρα · διακοσμώ · στολίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "garnishment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη