Μετάφραση του "garnishment" σε Ελληνικά
Το διακόσμηση είναι η μετάφραση του "garnishment" σε Ελληνικά.
garnishment
noun
γραμματική
(law) A judgment that a third party should pay money owing to a defendant directly to a plaintiff. [..]
-
διακόσμηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " garnishment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη