Μετάφραση του "gaseous" σε Ελληνικά

Οι αεριώδης, αέριος, αεριούχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gaseous" σε Ελληνικά.

gaseous adjective γραμματική

Relating to, or existing as, gas. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεριώδης

    adjective masculine, feminine

    relating to, or existing as, gas

    (b) is completely gaseous at 20 °C at the standard pressure of 101,3 kPa.

    β) είναι πλήρως αεριώδης στους 20 °C στην κανονική πίεση των 101,3 kPa.

  • αέριος

    adjective

    Polycyclic aromatic hydrocarbons other than benzo(a)pyrene, total gaseous mercury

    Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες εκτός του βενζο(a)πυρενίου, συνολικός αέριος υδράργυρος

  • αεριούχος

    adjective masculine

    of a liquid containing bubbles: gassy

  • αερώδης

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gaseous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gaseous"

Φράσεις παρόμοιες με "gaseous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gaseous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη