Μετάφραση του "generalisation" σε Ελληνικά
Οι γενίκευση, αφαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generalisation" σε Ελληνικά.
generalisation
noun
γραμματική
The formulation of general concepts from specific instances by abstracting common properties. [..]
-
γενίκευση
NounThe generalisation of internet access also helps to improve training.
Η γενίκευση της πρόσβασης στο Διαδίκτυο συμβάλλει επίσης στην εντατικοποίηση της κατάρτισης.
-
αφαίρεση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " generalisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "generalisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γενικεύω
-
γενικευμένες προτιμήσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη