Μετάφραση του "grieve" σε Ελληνικά
Οι θλίβω, θρηνώ, λυπούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grieve" σε Ελληνικά.
grieve
verb
noun
γραμματική
(obsolete) A governor of a town or province. [..]
-
θλίβω
verbRemind him not to grieve over all our shattered dreams.
Θυμισέ του να μη θλίβεται για τα γκρεμισμένα μας όνειρα.
-
θρηνώ
verbAnd I grieve by insulting those who mean the most to me.
Και θρηνώ προσβάλλοντας αυτούς που σημαίνουν πολλά για εμένα.
-
λυπούμαι
verbYou think I'll ever give you the satisfaction of seeing me grieve?
Νομίζει ότι θα σου έδινα ποτέ την ευχαρίστηση να με δεις να λυπάμαι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στεναχωρώ
- στενοχωρώ
- θλίβομαι
- πενθώ
- στεναχωριέμαι
- αλγώ
- λυπώ
- λυπάμαι
- πικραίνομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grieve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη