Μετάφραση του "griefed" σε Ελληνικά

Το λυπημένος είναι η μετάφραση του "griefed" σε Ελληνικά.

griefed verb

Simple past tense and past participle of grief. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπημένος

    adjective

    Even though Job was grief-stricken and had endured much, he spoke to his accusers about his love for Jehovah’s ways.

    Αν και ο Ιώβ ήταν βαθιά λυπημένος και είχε περάσει πολλά, μίλησε στους κατηγόρους του για την αγάπη που είχε για τις οδούς του Ιεχωβά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " griefed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "griefed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καλά πάμε! · κύριε ελέησον!
  • απαρηγόρητος
  • αν είναι δυνατόν
  • δημιουργώ θλίψη · θλίβω · πικραίνω · προκαλώ θλίψη, οδύνη · στενοχωρώ
  • αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · αλγηδόνα · απάθεια · θλίψη · θλιψη · λύπη · μαράζι · μελαγχολία · οδύνη · πίκρα · πόνος · σπαραγμός · συντριβή
  • Αν είναι δυνατόν! · Κλάφτα Χαράλαμπε! · Μη χειρότερα! · Χριστός και Παναγία! · ήμαρτον Θεέ μου! · τρομάρα σου
  • αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · αλγηδόνα · απάθεια · θλίψη · θλιψη · λύπη · μαράζι · μελαγχολία · οδύνη · πίκρα · πόνος · σπαραγμός · συντριβή
  • αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · αλγηδόνα · απάθεια · θλίψη · θλιψη · λύπη · μαράζι · μελαγχολία · οδύνη · πίκρα · πόνος · σπαραγμός · συντριβή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "griefed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη