Μετάφραση του "grieved" σε Ελληνικά

Οι λυπημένος, στενοχωρημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grieved" σε Ελληνικά.

grieved verb

Simple past tense and past participle of grieve. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπημένος

    adjective

    When the young man heard this saying, he went away grieved, for he was holding many possessions.

    Όταν ο νεανίας άκουσε αυτά τα λόγια, ανεχώρησε λυπημένος, διότι είχε κτήματα πολλά.

  • στενοχωρημένος

    particle

    As the day wore on, the Prophet paced back and forth in his parents’ home in great distress, “weeping and grieving.”

    Καθώς περνούσε η ημέρα, ο Προφήτης πήγαινε κι ερχόταν μέσα στο σπίτι των γονέων του, απελπισμένος, «θρηνώντας και βαθιά στενοχωρημένος».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grieved " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grieved" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πένθος
  • αλγώ · θλίβομαι · θλίβω · θρηνώ · λυπάμαι · λυπούμαι · λυπώ · πενθώ · πικραίνομαι · στεναχωριέμαι · στεναχωρώ · στενοχωρώ
  • θρηνώ · πενθώ
  • πένθος
  • πένθος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grieved" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη