Μετάφραση του "groundbreaking" σε Ελληνικά

Οι εγκαίνια, πρωτοποριακός, νεωτεριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groundbreaking" σε Ελληνικά.

groundbreaking adjective noun γραμματική

The point at which construction begins. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκαίνια

    p

    a ceremony to mark the beginning of construction

    We finally got the footage from every news station covering the groundbreaking ceremony.

    Έχουμε επιτέλους τα αποσπάσματα, από κάθε σταθμό που κάλυπτε, τα εγκαίνια.

  • πρωτοποριακός

    adjective masculine

    innovative

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκλονιστικός
    • τελετή εγκαινίων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " groundbreaking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "groundbreaking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη