Μετάφραση του "grounded" σε Ελληνικά
Οι αραγμένος, βασισμένος, γειωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grounded" σε Ελληνικά.
grounded
adjective
verb
γραμματική
(electricity) Of or pertaining to an electrical conductor which is connected to earth; earthed. [..]
-
αραγμένος
-
βασισμένος
-
γειωμένος
Since you're grounded, I don't think you got anything better to do.
Επειδή είστε γειωμένος, δεν νομίζω έχεις τίποτα καλύτερο να κάνει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκτός παιχνιδιού
- θεμελιωμένος
- μένω καθηλωμένος
- προσγειωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grounded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grounded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αέρος - εδάφους - αέρος
-
γαουλθερία · γωλθερία · φράουλα gaultheria procubens
-
κυκλώματος γείωσης
-
ηλεκτρόδιο γείωσης
-
Σύστημα επικοινωνιών εδάφους-εδάφους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη