Μετάφραση του "householder" σε Ελληνικά
Οι ενοικιαστής, ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτης σπιτιού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "householder" σε Ελληνικά.
householder
noun
γραμματική
The owner of a house. [..]
-
ενοικιαστής
noun -
ιδιοκτήτης
noun masculineIt belongs to one of the properties where the householder could not repay his loan.
Ανήκει σε μία από τις ιδιοκτησίες που ο ιδιοκτήτης δε μπορούσε να πληρώσει το δάνειο του.
-
ιδιοκτήτης σπιτιού
-
οικογενειάρχης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " householder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "householder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μονάδα νοικοκυριού
-
oίκος · εφέστιος · κατοικίδιος · νοικοκυριό · οίκος · οικείος · οικιακής χρήσηςa · οικιακός · οικογένεια · οικογενειακή μονάδα · σπιτικό · συγκάτοικοι · συνηθισμένος · συνοικούντες · του σπιτιού
-
γνωστός τοις πάσι · ευρύτατα γνωστός · καθιερωμένος · κοινός τόπος · πασίγνωστο όνομα · πασίγνωστος
-
κατοικίδιο (ζώο)
-
εφέστιος θεός
-
οικιακή θεότητα
-
κατανάλωση των νοικοκυριών
-
δουλειές τού σπιτιού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη