Μετάφραση του "housekeeper" σε Ελληνικά
Οι οικονόμος, νοικοκυρά, οικοδέσποινα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "housekeeper" σε Ελληνικά.
housekeeper
noun
γραμματική
One who looks after the home by herself; either as a wife or a hired servant. [..]
-
οικονόμος
adjective common femininehead of the female staff of a large home [..]
You must be the old boy's housekeeper they talk about.
Θα είσαι η οικονόμος του γέρου, που έλεγαν.
-
νοικοκυρά
noun feminineone who looks after the home by herself
Emma, it's okay to make a bold, romantic gesture without passing it off as a housekeeping malfunction.
Έμμα, επειδή έκανες μια τολμηρή, ρομαντική χειρονομία δεν χρειάζεται να μου αποδείξεις ότι είσαι και νοικοκυρά.
-
οικοδέσποινα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οικοκυρά
- φύλακας κτιρίου
- οικονόμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " housekeeper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "housekeeper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δουλεύω καμαριέρης, -α · εργασία στην υπηρεσία ορόφων
-
νοικοκυριό · οροφοκομία · υπηρεσία ορόφων · υπηρεσία φροντίδας δωματίων
-
οικιακή οικονομία
-
στήνω σπιτικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη