Μετάφραση του "housekeeping" σε Ελληνικά
Οι νοικοκυριό, οροφοκομία, υπηρεσία ορόφων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "housekeeping" σε Ελληνικά.
housekeeping
noun
γραμματική
The chores of maintaining a house as a residence, especially cleaning. [..]
-
νοικοκυριό
nounDoctor thing doesn't work out, you got a bright future in housekeeping.
Το ιατριλίκι δεν σου πάει, έχεις ένα λαμπρό μέλλον στο νοικοκυριό.
-
οροφοκομία
-
υπηρεσία ορόφων
ξενοδοχείο -
υπηρεσία φροντίδας δωματίων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " housekeeping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "housekeeping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δουλεύω καμαριέρης, -α · εργασία στην υπηρεσία ορόφων
-
οικιακή οικονομία
-
στήνω σπιτικό
-
νοικοκυρά · οικοδέσποινα · οικοκυρά · οικονόμα · οικονόμος · φύλακας κτιρίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη