Μετάφραση του "immunize" σε Ελληνικά

Οι ανοσοποιώ, διασφαλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immunize" σε Ελληνικά.

immunize verb γραμματική

(transitive) To make someone or something immune to something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοσοποιώ

  • διασφαλίζω

    I will tell you everything that I know after I've been guaranteed, in writing, diplomatic immunity.

    Θα σας πω ό, τι ξέρω αφού διασφαλιστεί εγγράφως η διπλωματική ασυλία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immunize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immunize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immunize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη