Μετάφραση του "immunized" σε Ελληνικά

Οι ανοσοποιημένος, ανοσοποιημένη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immunized" σε Ελληνικά.

immunized adjective verb

Simple past tense and past participle of immunize. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοσοποιημένος

    particle
  • ανοσοποιημένη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immunized " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immunized" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immunized" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη