Μετάφραση του "immunodeficiency" σε Ελληνικά
Οι ανοσοανεπάρκεια, ανοσοκαταστολή, Ανοσολογική ανεπάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immunodeficiency" σε Ελληνικά.
immunodeficiency
noun
γραμματική
A depletion in the body's natural immune system, or in some component of it. [..]
-
ανοσοανεπάρκεια
nounHe had severe combined immunodeficiency.
Είχε σοβαρή συνδυαστική ανοσοανεπάρκεια.
-
ανοσοκαταστολή
noun -
Ανοσολογική ανεπάρκεια
disease
I have severe combined immunodeficiency.
Έχω σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " immunodeficiency " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "immunodeficiency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανοσοκατεσταλμένος
-
AIDS · ΣΕΑΑ · έιτζ · σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
-
Ιός ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη