Μετάφραση του "imported" σε Ελληνικά

Το εισαγόμενος είναι η μετάφραση του "imported" σε Ελληνικά.

imported adjective verb

Simple past tense and past participle of import . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγόμενος

    The resulting injurious situation could be contained as long as the volume imported was limited.

    Η ζημιογόνος κατάσταση που προέκυψε, μπορούσε να ελέγχεται στο βαθμό που ήταν περιορισμένος ο εισαγόμενος όγκος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imported " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imported" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imported" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη