Μετάφραση του "importing" σε Ελληνικά
Το εισαγωγή είναι η μετάφραση του "importing" σε Ελληνικά.
importing
verb
noun
Present participle of import. [..]
-
εισαγωγή
noun feminineThe import, purchase or transport of Iranian crude oil and petroleum products shall be prohibited.
Απαγορεύεται η εισαγωγή, η αγορά ή η μεταφορά ιρανικού αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " importing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "importing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σημαντική ασυμφωνία
-
εισαγωγικός φόρος
-
εισαγωγή · εισαγωγή προιόντων
-
υψηλή σπουδαιότητα
-
μονοπώλιο εισαγωγών
-
άτομο · σπουδαίο πρόσωπο
-
εισαγόμενη μεταβλητή
-
πολιτική εισαγωγών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη