Μετάφραση του "impose" σε Ελληνικά
Οι επιβάλλω, απατώ, πλήττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impose" σε Ελληνικά.
(transitive) to establish or apply by authority [..]
-
επιβάλλω
verbSuch a prohibition is far from comparable with those imposed by the Agreement.
Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι καθόλου συγκρίσιμη με αυτές που επιβάλλει η Συμφωνία.
-
απατώ
verb -
πλήττω
verbAny restrictions imposed must not affect the country's citizens, however.
Ωστόσο, η επιβολή τυχόν περιορισμών δεν πρέπει να πλήξει τους πολίτες της Λευκορωσίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γίνομαι βάρος
- υπαγορεύω
- εκμεταλλεύομαι
- επιβάλλω φόρο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Επιβάλλω
It imposes obligations on the airport authorities to provide free-of-charge assistance and accommodation and to ensure accessibility.
Επιβάλλει στις αεροπορικές αρχές την υποχρέωση της δωρεάν παροχής βοήθειας, διευθέτησης των χώρων και διασφάλισης της προσβασιμότητας.
Φράσεις παρόμοιες με "impose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιβάλλω κυρώσεις
-
επιβεβλημένος · υπαγορευμένος
-
εντυπωσιακός · επιβλητικός
-
αυτοεπιβεβλημένος
-
επιβαλλόμενη τιμή
-
επιβάλλω ποινή