Μετάφραση του "imposed" σε Ελληνικά
Οι επιβεβλημένος, υπαγορευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imposed" σε Ελληνικά.
imposed
adjective
verb
Simple past tense and past participle of impose. [..]
-
επιβεβλημένος
-
υπαγορευμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imposed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "imposed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιβάλλω κυρώσεις
-
απατώ · γίνομαι βάρος · εκμεταλλεύομαι · επιβάλλω · επιβάλλω φόρο · πλήττω · υπαγορεύω
-
εντυπωσιακός · επιβλητικός
-
αυτοεπιβεβλημένος
-
επιβαλλόμενη τιμή
-
Επιβάλλω
-
επιβάλλω ποινή
-
εντυπωσιακός · επιβλητικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη