Μετάφραση του "imposing" σε Ελληνικά

Οι επιβλητικός, εντυπωσιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imposing" σε Ελληνικά.

imposing adjective verb γραμματική

Present participle of impose . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβλητικός

    Adjective

    He may seem imposing, but there's a lot of depth there and heart.

    Μπορεί να φαίνεται επιβλητικός αλλά έχει κατανόηση και μεγάλη καρδιά.

  • εντυπωσιακός

    adjective

    You Really do look so imposing.

    Εσύ μοιάζεις πραγματικά τόσο... εντυπωσιακός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imposing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imposing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιβάλλω κυρώσεις
  • απατώ · γίνομαι βάρος · εκμεταλλεύομαι · επιβάλλω · επιβάλλω φόρο · πλήττω · υπαγορεύω
  • επιβεβλημένος · υπαγορευμένος
  • αυτοεπιβεβλημένος
  • επιβαλλόμενη τιμή
  • Επιβάλλω
  • επιβάλλω ποινή
  • απατώ · γίνομαι βάρος · εκμεταλλεύομαι · επιβάλλω · επιβάλλω φόρο · πλήττω · υπαγορεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imposing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη