Μετάφραση του "impulsive" σε Ελληνικά
Οι παρορμητικός, αυθόρμητος, ορμητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impulsive" σε Ελληνικά.
impulsive
adjective
noun
γραμματική
Having the power of driving or impelling; giving an impulse; moving; impellent. [..]
-
παρορμητικός
Categorised as impulsive, lacking of insight and very likely to reoffend.
Xαρακτηρίστηκες ως παρορμητικός, με έλλειψη διορατικότητας με μια μεγάλη πιθανότητα υποτροπιασμού.
-
αυθόρμητος
adjectiveWish he'd had that impulsiveness when we were together.
Μακάρι να ήταν έτσι αυθόρμητος όταν ήμασταν μαζί.
-
ορμητικός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- από παρόρμηση
- επιπόλαιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impulsive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impulsive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παρορμητικότητα
-
από παρόρμηση
-
ισχυρή παρόρμηση
-
από παρόρμηση
-
ΝL
-
νευρική ώση
-
Απόκριση πεπερασμένου παλμού
-
Ώθηση · ένστικτο · ερέθισμα · νευρική ώση · ορμέμφυτο · ορμή · παλμική ταλάντωση · παλμός · παρόρμηση · ώθηση · ώση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη