Μετάφραση του "impurity" σε Ελληνικά
Οι ακαθαρσία, ανηθικότητα, ρύπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impurity" σε Ελληνικά.
The condition of being impure; because of contamination, pollution, adulteration or insufficient purification. [..]
-
ακαθαρσία
noun feminineIf a man and a woman deliberately cohabited during her menstrual impurity, they were cut off in death.
Αν ένας άντρας και μια γυναίκα συνουσιάζονταν εκούσια όταν εκείνη είχε την εμμηνορροϊκή της ακαθαρσία, θανατώνονταν.
-
ανηθικότητα
noun femininea state of immorality
I am, I hope you know, a moral man, and like my father, I love goodness and I hate impurity.
Είμαι, ελπίζω να το ξέρεις, ηθικός άνθρωπος, και όπως κι ο πατέρας μου, λατρεύω την καλοσύνη και μισώ την ανηθικότητα.
-
ρύπος
noun masculinea component or additive that renders something else impure
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρόσμειξη
- πρόσμιξη
- μίασμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impurity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Πρόσμειξη
This impurity is found in the technical material at levels which raise concerns.
Η πρόσμειξη αυτή βρίσκεται στην τεχνικά καθαρή δραστική ουσία σε ποσότητες που προκαλούν ανησυχία.
Εικόνες με "impurity"
Φράσεις παρόμοιες με "impurity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσμιξη αποδεκτών
-
ρύποι
-
άδολος · αθώος · αισχρός · ακάθαρτος
-
υλικό πρόσμειξης
-
ακαθαρσία
-
ακαθαρσία