Μετάφραση του "impunity" σε Ελληνικά
Οι ατιμωρησία, ασυδοσία, ακαταδίωκτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impunity" σε Ελληνικά.
impunity
noun
γραμματική
(countable, law) Exemption from punishment. [..]
-
ατιμωρησία
Violating human rights with impunity, which is standard practice in Cambodia, must not be allowed to continue.
H ατιμωρησία των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δίνει και παίρνει στην Kαμπότζη, δεν πρέπει να συνεχιστεί.
-
ασυδοσία
Your failure to connect those dots allowed this killer to prey on young men with impunity.
Η αποτυχία σας να συνδέσετε τα γεγονότα επέτρεψε σε έναν δολοφόνο να κυνηγάει αγόρια με ασυδοσία.
-
ακαταδίωκτο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impunity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impunity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ατιμωρητί · ατιμώρητος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη