Μετάφραση του "imputation" σε Ελληνικά

Οι ενοχοποίηση, απόδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imputation" σε Ελληνικά.

imputation noun γραμματική

The act of imputing or charging; attribution; ascription. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοχοποίηση

  • απόδοση

    noun

    In particular, third party subsidies remained outside the scope of imputed interest (30).

    (30) Σύμφωνα με τον PrKAG, η απόδοση τόκων ισχύει μόνο για το δανειακό κεφάλαιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imputation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Imputation
+ Προσθήκη

"Imputation" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Imputation στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "imputation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδίδω · αποδιδω, καταλογιζω ... attribute or ascribe something dishonest or dishonourable to a person · απονέμω · ενοχοποιώ · καταλογίζω · κατηγορώ
  • εισαχθείς
  • αποδίδω · αποδιδω, καταλογιζω ... attribute or ascribe something dishonest or dishonourable to a person · απονέμω · ενοχοποιώ · καταλογίζω · κατηγορώ
  • αποδίδω · αποδιδω, καταλογιζω ... attribute or ascribe something dishonest or dishonourable to a person · απονέμω · ενοχοποιώ · καταλογίζω · κατηγορώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imputation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη