Μετάφραση του "impute" σε Ελληνικά

Οι αποδίδω, καταλογίζω, αποδιδω, καταλογιζω ... attribute or ascribe something dishonest or dishonourable to a person είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impute" σε Ελληνικά.

impute verb γραμματική

(transitive) To reckon as pertaining or attributable; to charge; to ascribe; to attribute; to set to the account of; to charge to one as the author, responsible originator, or possessor; -- generally in a bad sense. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδίδω

    verb

    Ryanair argues that State aid to airports should not be imputable to Ryanair.

    Η Ryanair ισχυρίζεται ότι η κρατική ενίσχυση σε αερολιμένες δεν θα έπρεπε να αποδοθεί στη Ryanair.

  • καταλογίζω

    verb
  • αποδιδω, καταλογιζω ... attribute or ascribe something dishonest or dishonourable to a person

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατηγορώ
    • απονέμω
    • ενοχοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απόδοση · ενοχοποίηση
  • εισαχθείς
  • απόδοση · ενοχοποίηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη