Μετάφραση του "incapability" σε Ελληνικά

Οι αδυναμία, αναρμοδιότητα, ανικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incapability" σε Ελληνικά.

incapability noun γραμματική

The condition of being incapable [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun
  • αναρμοδιότητα

    Noun
  • ανικανότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incapability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incapability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανικανότητα
  • αδύναμος · ανάξιος · ανίκανος · αναρμόδιος · ανεπίδεκτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incapability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη