Μετάφραση του "inculpable" σε Ελληνικά

Οι ανεπίληπτος, αμέτοχος ευθυνών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inculpable" σε Ελληνικά.

inculpable adjective γραμματική

Not culpable; immune from liability. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεπίληπτος

    adjective
  • αμέτοχος ευθυνών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inculpable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inculpable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inculpable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη