Μετάφραση του "inculpate" σε Ελληνικά
Οι κατηγορώ, ενοχοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inculpate" σε Ελληνικά.
inculpate
verb
γραμματική
(archaic) To imply guilt; to incriminate. [..]
-
κατηγορώ
verb -
ενοχοποιώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inculpate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inculpate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμέτοχος ευθυνών · ανεπίληπτος
-
ενοχοποίηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη