Μετάφραση του "indefatigable" σε Ελληνικά
Οι ακούραστος, άοκνος, αβάρετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indefatigable" σε Ελληνικά.
indefatigable
adjective
γραμματική
Extremely persistent and untiring. [..]
-
ακούραστος
adjective masculineextremely persistent and untiring
He imagines that when I see him indefatigable I'll regret my decision.
Φαντάζεται πως άμα μου φανεί ακούραστος θα μετανιώσω για την απόφασή μου.
-
άοκνος
Adjective -
αβάρετος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακαταπόνητος
- χαλκέντερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indefatigable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indefatigable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακατάβλητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη