Μετάφραση του "indefensibility" σε Ελληνικά

Το ευαλωτότητα είναι η μετάφραση του "indefensibility" σε Ελληνικά.

indefensibility noun γραμματική

The quality or state of not being defensible.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευαλωτότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indefensibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indefensibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβάσιμος · αδικαιολόγητος · αστήρικτος
  • δικαιολογώ τα αδικαιολόγητα · συμμαζεύω τα ασυμμάζευτα
  • αβάσιμος · αδικαιολόγητος · αστήρικτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indefensibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη