Μετάφραση του "indenture" σε Ελληνικά

Οι συμβόλαιο, εγκοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indenture" σε Ελληνικά.

indenture verb noun γραμματική

(law) A contract which binds a person to work for another, under specified conditions, for a specified time (often as an apprentice). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβόλαιο

    noun neuter

    Malcolm's my indentured man with three years left in his debt.

    Ο Μάλκομ είναι στην υπηρεσία μου με συμβόλαιο και τρία χρόνια χρέος ακόμη.

  • εγκοπή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indenture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "indenture"

Φράσεις παρόμοιες με "indenture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indenture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη