Μετάφραση του "indisposition" σε Ελληνικά

Οι αδιαθεσία, ασθένεια, ανημποριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indisposition" σε Ελληνικά.

indisposition noun γραμματική

a mild illness, the state of being indisposed [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιαθεσία

    noun feminine

    mild illness

    His Majesty has heard of your indisposition and has asked to see you.

    Ο Μεγαλειότατος έμαθε για την αδιαθεσία σας και ζήτησε να σας δει.

  • ασθένεια

    noun feminine
  • ανημποριά

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απροθυμία
    • αρρώστια
    • αδιαθεσία ж. р.
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indisposition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indisposition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη