Μετάφραση του "indisputably" σε Ελληνικά

Οι ασυζητητί, αναμφισβήτητα, αδιαφιλονίκητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indisputably" σε Ελληνικά.

indisputably adverb γραμματική

In a manner that is incapable of being disputed or argued against. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασυζητητί

    adverb

    in a manner that is incapable of being disputed

  • αναμφισβήτητα

    adverb

    in a manner that is incapable of being disputed

    Such a fall in turnover indisputably has a negative impact on its profits for the relevant financial year.

    Η μείωση αυτή είχε αναμφισβήτητα αρνητική επίδραση στα κέρδη κατά την οικεία λογιστική χρήση.

  • αδιαφιλονίκητα

    These recent moves are in indisputable contradiction with the letter and the spirit of Russia’s international obligations.

    Αυτές οι πρόσφατες εξελίξεις είναι αδιαφιλονίκητα αντίθετες προς το γράμμα και το πνεύμα των διεθνών υποχρεώσεων της Ρωσίας.

  • αναντιλέκτως

    unable to be challenged or denied

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indisputably " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indisputably" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιάψευστο κριτήριο
  • αδιάσειστος · αδιάψευστος · αδιαμφισβήτητος · αδιαμφισβητιτος,αδιαφιλονικιτος · αδιαφιλονίκητος · αναμφισβήτητος · απρόσβλητος
  • αδιάσειστος · αδιάψευστος · αδιαμφισβήτητος · αδιαμφισβητιτος,αδιαφιλονικιτος · αδιαφιλονίκητος · αναμφισβήτητος · απρόσβλητος
  • αδιάσειστος · αδιάψευστος · αδιαμφισβήτητος · αδιαμφισβητιτος,αδιαφιλονικιτος · αδιαφιλονίκητος · αναμφισβήτητος · απρόσβλητος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indisputably" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη