Μετάφραση του "inflaming" σε Ελληνικά
Το υποδαυλίζοντας είναι η μετάφραση του "inflaming" σε Ελληνικά.
inflaming
verb
noun
Present participle of inflame. [..]
-
υποδαυλίζοντας
particleIn fact, they often make matters worse by inflaming the bigotry, hatred, and nationalism that divide people.
Μάλιστα, πολλές φορές αυτές οι ίδιες χειροτερεύουν την κατάσταση υποδαυλίζοντας τη μισαλλοδοξία, το μίσος και τον εθνικισμό που διαιρούν τους ανθρώπους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inflaming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη