Μετάφραση του "inflammable" σε Ελληνικά

Οι εύφλεκτος, αναφλέξιμος, ευέξαπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflammable" σε Ελληνικά.

inflammable adjective noun γραμματική

Capable of burning; easily set on fire. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύφλεκτος

    adjective
  • αναφλέξιμος

  • ευέξαπτος

    adjective

    2. easily aroused or excited, as to passion or anger; irascible: an inflammable disposition. [dictionary.com]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflammable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inflammable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Φλεγμονή · άναμμα · έξαψη · ανάφλεξη · καταρροή · συνάχι · φλεγμονή · φλόγωση
  • εύφλεκτο προϊόν
  • ουλίτιδα
  • εύφλεκτη ουσία
  • Φλεγμονή · άναμμα · έξαψη · ανάφλεξη · καταρροή · συνάχι · φλεγμονή · φλόγωση
  • Φλεγμονή · άναμμα · έξαψη · ανάφλεξη · καταρροή · συνάχι · φλεγμονή · φλόγωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflammable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη