Μετάφραση του "inflame" σε Ελληνικά

Οι ερεθίζω, φλέγω, εξάπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflame" σε Ελληνικά.

inflame verb γραμματική

To set on fire; to kindle; to cause to burn, flame, or glow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερεθίζω

    verb
  • φλέγω

    He couldn't give chase to the adulterers inflamed with hatred.

    Δεν θα μπορούσε να κυνηγήσει τους μοιχούς φλεγόμενος από μίσος.

  • εξάπτω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflame " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inflame" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflame" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη