Μετάφραση του "initialing" σε Ελληνικά

Το μονογράφηση είναι η μετάφραση του "initialing" σε Ελληνικά.

initialing verb

Present participle of initial. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονογράφηση

    noun

    So far the Commission has been able to negotiate and initial an agreement with Sri Lanka.

    Μέχρι σήμερα η Επιτροπή έχει μπορέσει να προβεί στη διαπραγμάτευση και στη μονογράφηση συμφωνίας με τη Σρι Λάνκα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " initialing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "initialing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "initialing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη