Μετάφραση του "initialize" σε Ελληνικά

Οι αρχικοποιώ, προετοιμάζω, δίνω αρχική τιμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "initialize" σε Ελληνικά.

initialize verb γραμματική

(computing) To assign an initial value to a variable [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχικοποιώ

    feminine

    to assign an initial value to a variable [..]

  • προετοιμάζω

    verb

    To prepare a disk or computer for use.

    Furthermore new initiatives on renewable energy and energy efficiency are planned for the coming years.

    Επιπλέον, νέες πρωτοβουλίες σχετικές με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή απόδοση προετοιμάζονται για τα προσεχή έτη.

  • δίνω αρχική τιμή

    To prepare a disk or computer for use.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " initialize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "initialize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "initialize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη