Μετάφραση του "initialization" σε Ελληνικά

Οι αρχικοποίηση, έναρξη, μύηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "initialization" σε Ελληνικά.

initialization noun γραμματική

(uncountable) The process of preparing something to begin. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχικοποίηση

    feminine

    programming: assignment of initial value of variable

    An error occurred during the connection initialization phase

    Παρουσιάστηκε σφάλμα κατά την αρχικοποίηση της σύνδεσης

  • έναρξη

    noun feminine

    programming: assignment of initial value of variable

    It is not necessary that the authorities adopt a written decision to initiate the proceedings.

    Δεν είναι αναγκαία η έκδοση έγγραφης αποφάσεως εκ μέρους των αρχών για την έναρξη της διαδικασίας.

  • μύηση

    feminine

    You know, initiation is not intended to humiliate.

    Η μύηση, δεν έχει σκοπό να σας εξευτελίσει.

  • προετοιμασία

    noun

    The process of assigning initial values to variables and data structures in a program.

    A second balance is attached to the apparatus, the being used only to weigh out the initial quantities.

    Ένας δεύτερος ζυγός είναι προααρτημένος στο όργανο που δεν χρησιμοποιείται για την προετοιμασία των αρχικών δόσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " initialization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "initialization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "initialization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη