Μετάφραση του "initiation" σε Ελληνικά

Οι μύηση, έναρξη, εκκίνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "initiation" σε Ελληνικά.

initiation noun γραμματική

The act of initiating, or the process of being initiated or introduced; as, initiation into a society, into business, literature, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μύηση

    noun

    A rite of initiation marking the new level of Klingon spiritual attainment.

    Τελετουργική μύηση που σηματοδοτεί ένα νέο πνευματικό επίπεδο στους Κλίνγκον.

  • έναρξη

    noun feminine

    None of the known producers opposed the initiation of the investigation.

    Κανένας από τους γνωστούς παραγωγούς δεν αντιτάχθηκε στην έναρξη της έρευνας.

  • εκκίνηση

    noun feminine

    Stand by to initiate the pulse.

    Αναμείνατε για εκκίνηση παλμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχή
    • ορκωμοσία
    • δημιουργία
    • βαθιά γνώση
    • η πρώτη φορά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " initiation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "initiation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "initiation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη