Μετάφραση του "insistence" σε Ελληνικά

Οι επιμονή, εμμονή, απαίτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insistence" σε Ελληνικά.

insistence noun γραμματική

the state of being insistent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμονή

    noun

    Our passports do not make this an international conflict despite your insistence.

    Τα διαβατήριά μας δεν θα κάνουν αυτό μια διεθνή σύγκρουση παρά την επιμονή σας.

  • εμμονή

    feminine

    Naturally, I also support the insistence on a clearly defined and clearly structured waste hierarchy.

    Φυσικά, υποστηρίζω επίσης την εμμονή σε μια σαφώς καθορισμένη και σαφώς διαρθρωμένη ιεράρχηση των αποβλήτων.

  • απαίτηση

    Noun
  • αξίωση

    Noun

    To insist on a notification if all parties concerned agree differently does not appear necessary or justified; and the amendment cannot be accepted.

    Δεν φαίνεται απαραίτητο ή δικαιολογημένο να υπάρχει αξίωση για κοινοποίηση, εάν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνήσουν άλλως· άρα, η τροπολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insistence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insistence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
  • επίμονα
  • επιμένω
  • επιμένω
  • αναπόφευκτος · απαιτητικός · επίμονος
  • εμμένοντας · επιμένοντας
  • αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
  • αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insistence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη