Μετάφραση του "insistent" σε Ελληνικά

Οι επίμονος, αναπόφευκτος, απαιτητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insistent" σε Ελληνικά.

insistent adjective γραμματική

(obsolete) Standing or resting on something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίμονος

    adjective

    But if I'd been more insistent, they wouldn't have gotten in those boats.

    Αν ήμουν περισσότερο επίμονος, δεν θα είχαν πάρει αυτές τις βάρκες.

  • αναπόφευκτος

    Adjective
  • απαιτητικός

    Adjective

    I don't wanna be insistent, but we're wasting valuable time.

    Δέν θέλω νά γίνομαι απαιτητικός αλλά σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insistent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insistent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αξίωση · απαίτηση · εμμονή · επιμονή
  • αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
  • επίμονα
  • επιμένω
  • επιμένω
  • εμμένοντας · επιμένοντας
  • αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
  • αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insistent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη