Μετάφραση του "insisting" σε Ελληνικά
Οι εμμένοντας, επιμένοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insisting" σε Ελληνικά.
insisting
verb
noun
Present participle of insist. [..]
-
εμμένοντας
In such cases the Commission intervenes systematically, insisting on more transparency during the proceedings.
Η Επιτροπή παρεμβαίνει συστηματικά σε τέτοιες υποθέσεις, εμμένοντας στην ενίσχυση της διαφάνειας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
-
επιμένοντας
Belle wished to be married, insisting we'd get by on very little.
Η Μπελ επιθυμούσε να παντρευτούμε, επιμένοντας πως θα τα φέρναμε βόλτα και με λίγα λεφτά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insisting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "insisting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξίωση · απαίτηση · εμμονή · επιμονή
-
αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
-
επίμονα
-
επιμένω
-
επιμένω
-
αναπόφευκτος · απαιτητικός · επίμονος
-
αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
-
αξιώνω · απαιτώ · εμμένω · επιμένω · επιμένω πεισματικά · ισχυρίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη