Μετάφραση του "instinctively" σε Ελληνικά
Οι ενστικτωδώς, εξ ενστίκτου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instinctively" σε Ελληνικά.
instinctively
adverb
γραμματική
Innately, by instinct, without being taught. [..]
-
ενστικτωδώς
adverbinnately, by instinct, without being taught
But maybe you instinctively knew and you held it against me.
Ίσως όμως το γνώριζες ενστικτωδώς και δεν μπορούσες να με συγχωρέσεις.
-
εξ ενστίκτου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " instinctively " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "instinctively" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενστικτώδης αντίδραση
-
από ένστικτο
-
αντανακλαστικό · ρεφλέξ
-
Ένστικτο · ένστικτο · ένστιχτο · γεμάτος · ορμέμφυτο · το ένστικτο
-
ενστικτώδης αντίδραση
-
ταπεινό ένστικτο
-
έμφυτος · ενστικτώδης · ορμέμφυτος
-
Ένστικτο · ένστικτο · ένστιχτο · γεμάτος · ορμέμφυτο · το ένστικτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη