Μετάφραση του "instinctive" σε Ελληνικά

Οι ενστικτώδης, έμφυτος, ορμέμφυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instinctive" σε Ελληνικά.

instinctive adjective γραμματική

driven by impulse, spontaneous and without thinking. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενστικτώδης

    adjective m;f masculine;feminine

    related to or prompted by instinct [..]

    There is also an instinctive sense that these issues can only be tackled effectively at European level.

    Υπάρχει επίσης η ενστικτώδης αίσθηση ότι τα θέματα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

  • έμφυτος

    adjective
  • ορμέμφυτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instinctive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "instinctive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενστικτωδώς · εξ ενστίκτου
  • ενστικτώδης αντίδραση
  • από ένστικτο
  • αντανακλαστικό · ρεφλέξ
  • Ένστικτο · ένστικτο · ένστιχτο · γεμάτος · ορμέμφυτο · το ένστικτο
  • ενστικτώδης αντίδραση
  • ταπεινό ένστικτο
  • Ένστικτο · ένστικτο · ένστιχτο · γεμάτος · ορμέμφυτο · το ένστικτο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instinctive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη