Μετάφραση του "instinct" σε Ελληνικά

Οι ένστικτο, ένστιχτο, Ένστικτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instinct" σε Ελληνικά.

instinct adjective noun γραμματική

A natural or inherent impulse or behaviour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένστικτο

    noun neuter

    I must have appealed to her maternal instincts.

    Θα πρέπει να διέγειρα το μητρικό της ένστικτο.

  • ένστιχτο

  • Ένστικτο

    inherent inclination of a living organism

    In fact, the adults do have a strong instinct to protect chicks.

    Tο ένστικτο για προστασία είναι ισχυρό στους ενήλικες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γεμάτος
    • ορμέμφυτο
    • το ένστικτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instinct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Instinct
+ Προσθήκη

"Instinct" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Instinct στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "instinct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instinct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη