Μετάφραση του "intercede" σε Ελληνικά

Οι μεσολαβώ, επεμβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intercede" σε Ελληνικά.

intercede verb γραμματική

(intransitive) To plea on someone else's behalf. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεσολαβώ

    to plea on someone else's behalf

    At the proper time, we will intercede in order to restore an equitable peace

    Την κατάλληλη στιγμή... θα μεσολαβήσουμε για παγκόσμια και δίκαιη ειρήνη που θα ενώσει εκ νέου όλους τους Χριστιανούς.

  • επεμβαίνω

    verb

    Mother interceded, he went to school here

    Η μαμά επενέβη και πήγε εδώ σχολείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intercede " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intercede" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη