Μετάφραση του "intercept" σε Ελληνικά

Οι παρεμποδίζω, διακόπτω, αναχαιτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intercept" σε Ελληνικά.

intercept verb noun γραμματική

An interception of a radio broadcast or a telephone call. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμποδίζω

    verb

    We'll send out a patrol, intercept them and bring in prisoners.

    Θα στείλουμε μια περίπολο, να τους παρεμποδίσει και φέρει φυλακισμένους.

  • διακόπτω

    verb

    We've sent someone to intercept their package in Miami.

    Στείλαμε κάποιον να διακόψει το πακέτο στο Μαϊάμι.

  • αναχαιτίζω

    verb

    It will alert me if anything attempts to intercept us.

    Θα με ξυπνήσει αν προσπαθήσει κάτι να μας αναχαιτίσει.

  • ανακόπτω

    Verb verb

    Kayla: dirt diver and betty blue will intercept At taylorsville.

    Ο βρώμικος δύτης και ο μπλέ Βetty θα τον ανακόψουν στο Τaylorsville.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intercept " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intercept
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρεμβολή, υποκλοπή

Φράσεις παρόμοιες με "intercept" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intercept" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη